Κρήτη: Σε οριακό σημείο αμπέλια και ελαιώνες – SOS για τον πρωτογενή τομέα
Σε ένα από τα κρισιμότερα σταυροδρόμια των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται ο πρωτογενής τομέας της Κρήτης, με την αμπελουργία και την ελαιοκομία να δέχονται ταυτόχρονα πιέσεις από το αυξημένο κόστος παραγωγής, τον διεθνή ανταγωνισμό, την κλιματική επιβάρυνση και τις ιδιαιτερότητες που δημιουργεί ο νησιωτικός χαρακτήρας της Κρήτης.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται πλέον η ανάγκη να αναγνωριστεί θεσμικά η νησιωτικότητα της Κρήτης στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, ώστε οι παραγωγοί του νησιού να αποκτήσουν ειδικά εργαλεία στήριξης και να μην αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους που ισχύουν για περιοχές με εντελώς διαφορετικά παραγωγικά χαρακτηριστικά.
Ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, η ορεινότητα, το υψηλότερο μεταφορικό κόστος, οι αυξημένες ανάγκες άρδευσης και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η παραγωγή γίνεται ολοένα δυσκολότερη και ακριβότερη.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα πιεστική στον κρητικό αμπελώνα, όπου καταγράφεται σταδιακή υποχώρηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, την ώρα που πολλοί νέοι απομακρύνονται από την αμπελουργία λόγω περιορισμένης οικονομικής απόδοσης και έλλειψης ισχυρών κινήτρων.
Το ζήτημα τέθηκε και στη δεύτερη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας της Περιφέρειας Κρήτης για τον στρατηγικό σχεδιασμό που αφορά τον αμπελώνα, το κρασί και τη σταφίδα σουλτανίνα.
Ο περιφερειακός σύμβουλος και εντεταλμένος της Περιφέρειας Κρήτης για θέματα ποιότητας ζωής στην ύπαιθρο, Πρίαμος Ιερωνυμάκης, περιέγραψε με ιδιαίτερα ανησυχητικούς όρους την εικόνα.
Όπως ανέφερε στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», ο αμπελώνας του νησιού έχει περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε, κατά την εκτίμησή του, να βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος ακόμη και με τον κίνδυνο εξαφάνισης.
Ο ίδιος αποδίδει μεγάλο μέρος της σημερινής κατάστασης στην απουσία ειδικής προστασίας μέσα από προηγούμενες ΚΑΠ, αλλά και στη σημαντική μείωση των ενισχύσεων για τις δενδρώδεις καλλιέργειες κατά την τελευταία δεκαετία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αποχώρηση των νεότερων ηλικιών από την παραγωγή, τονίζοντας ότι η αμπελουργία συγκαταλέγεται στις καλλιέργειες που εγκαταλείπονται με ταχύτερο ρυθμό.
Παράλληλα, πρόβλημα για την αγορά του κρασιού αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, η διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων χύμα προϊόντος αμφίβολης ή μη καταγεγραμμένης προέλευσης.
Ο κ. Ιερωνυμάκης έθεσε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πώληση ασκού 15 λίτρων κρασιού έναντι περίπου 20 ευρώ, εκφράζοντας αμφιβολίες για το κατά πόσο προϊόν σε τέτοια τιμή μπορεί να προέρχεται πράγματι από κρητική παραγωγή.
Στις προτάσεις που έχουν τεθεί περιλαμβάνεται η πλήρης καταγραφή των αμπελώνων και των παραγόμενων ποσοτήτων, ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το προϊόν που παράγεται και διακινείται στην αγορά.
Ανάλογες πιέσεις αντιμετωπίζει και το κρητικό ελαιόλαδο, με τους παραγωγούς να βρίσκονται αντιμέτωποι με προϊόντα τρίτων χωρών που μπορούν να φτάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά με αισθητά χαμηλότερο κόστος.
Ο Πρίαμος Ιερωνυμάκης εστίασε ιδιαίτερα στο ελαιόλαδο της Τυνησίας, υποστηρίζοντας ότι οι διαφορετικές οικονομικές συνθήκες και η ισοτιμία του δηναρίου έναντι του ευρώ δημιουργούν σημαντική απόκλιση στο πραγματικό κόστος παραγωγής και στην αγοραστική δύναμη των παραγωγών.
Όπως ανέφερε, το τυνησιακό ελαιόλαδο μπορεί να διατίθεται σε επίπεδα περίπου 3 έως 3,5 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκτά σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Κατά τον ίδιο, η αδασμολόγητη ή χαμηλού κόστους διακίνηση προϊόντων από τρίτες χώρες συμπιέζει τις τιμές και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την επιβίωση της ελληνικής και ειδικότερα της κρητικής παραγωγής.
Υποστήριξε επίσης ότι στο παρελθόν οι δασμολογικοί μηχανισμοί λειτουργούσαν ως εργαλείο εξισορρόπησης των διαφορών ανάμεσα στις οικονομίες διαφορετικών χωρών, προστατεύοντας σε μεγαλύτερο βαθμό προϊόντα όπως η σταφίδα, το κρασί και το ελαιόλαδο.
Σύμφωνα με τον κ. Ιερωνυμάκη, η Κρήτη θα πρέπει πλέον να διεκδικήσει με μεγαλύτερη ένταση την αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν στον πρωτογενή της τομέα.
Όπως σημειώνει, η απουσία της Κρήτης από ένα ειδικό καθεστώς νησιωτικής αγροτικής πολιτικής δημιουργεί σημαντικά μειονεκτήματα για τους παραγωγούς, ενώ εκτίμησε ότι η σταδιακή αποδυνάμωση της αγροτικής δραστηριότητας θα επηρεάσει όχι μόνο τους ίδιους τους αγρότες αλλά δεκάδες ακόμη επαγγελματικούς κλάδους.
Ο ίδιος συνέδεσε μάλιστα άμεσα την παραγωγική ταυτότητα του νησιού με τον τουρισμό, επισημαίνοντας ότι η Κρήτη δεν μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμα το τουριστικό της προϊόν εάν εξαφανιστούν από το τοπίο οι αμπελώνες και οι ελαιώνες που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φυσιογνωμίας και της γαστρονομίας της.
Κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής παραμένει και το νερό.
Η Περιφέρεια Κρήτης έχει καταθέσει προς έγκριση στο αρμόδιο υπουργείο μελέτες συνολικού προϋπολογισμού περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ, οι οποίες αφορούν έργα εξασφάλισης και καλύτερης διαχείρισης των υδατικών πόρων.
Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την κατασκευή μικρών φραγμάτων, καθώς και βελτιώσεις και εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων.
Οι μελέτες καλύπτουν και τις τέσσερις Περιφερειακές Ενότητες της Κρήτης, δηλαδή Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά και Λασίθι, και αφορούν κυρίως την άρδευση αλλά και ζητήματα ύδρευσης.
Όπως εξήγησε ο κ. Ιερωνυμάκης, τα δύο προβλήματα είναι άμεσα συνδεδεμένα, καθώς σημαντικές ποσότητες νερού που προορίζονται για ύδρευση καταλήγουν να χρησιμοποιούνται και για άλλες ανάγκες, κάτι που θα μπορούσε να περιοριστεί με σύγχρονες υποδομές και αποτελεσματικότερα δίκτυα.
Η Περιφέρεια αναμένει πλέον την απόφαση της κυβέρνησης για τη χρηματοδότηση των συγκεκριμένων έργων, με τον Πρίαμο Ιερωνυμάκη να χαρακτηρίζει την εξασφάλιση επαρκών υδατικών πόρων ως μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες για το μέλλον της Κρήτης.
Το επόμενο διάστημα θεωρείται καθοριστικό. Η διεκδίκηση ειδικής αντιμετώπισης της Κρήτης στη νέα ΚΑΠ, η προστασία της προέλευσης των τοπικών προϊόντων, οι αυστηρότεροι έλεγχοι στην αγορά και η υλοποίηση μεγάλων έργων νερού αποτελούν πλέον βασικές προϋποθέσεις ώστε ο αμπελώνας, η ελαιοκαλλιέργεια και συνολικά η αγροτική παραγωγή του νησιού να μπορέσουν να παραμείνουν βιώσιμες.







