Καύσιμα: Πόσα λίτρα βενζίνης αγοράζει ένας μισθός στην Ελλάδα – Το χάσμα με την Ευρώπη
Μπορεί οι διαφορές στις τιμές της βενζίνης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών να μη μοιάζουν τεράστιες όταν ένας οδηγός κοιτάζει την αντλία, ωστόσο η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν το κόστος των καυσίμων συγκριθεί με τα εισοδήματα. Στην Ελλάδα, ένας μέσος καθαρός μισθός της τάξης των 1.150 ευρώ αντιστοιχεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, σε περίπου 525 λίτρα αμόλυβδης, όταν σε ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες η αντίστοιχη ποσότητα υπερδιπλασιάζεται.
Η επιβάρυνση από τα καύσιμα αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικούς παράγοντες πίεσης για τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα για όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητο για να μετακινηθούν προς και από την εργασία τους.
Η σύγκριση των ονομαστικών τιμών ανά λίτρο, ωστόσο, αποτυπώνει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Καθοριστικό ρόλο παίζει το διαθέσιμο εισόδημα και, κατ’ επέκταση, πόσα λίτρα καυσίμου μπορεί πραγματικά να αγοράσει ο μέσος εργαζόμενος με τον μηνιαίο μισθό του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το in.gr, η σύγκριση αυτή δημιουργεί την εικόνα μιας Ευρώπης διαφορετικών ταχυτήτων.
Περίπου 525 λίτρα για έναν ελληνικό μισθό
Στην περίπτωση της Ελλάδας, με μέσο καθαρό μηνιαίο μισθό περίπου 1.150 ευρώ, η αγοραστική δυνατότητα υπολογίζεται σε περίπου 525 λίτρα αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων.
Η απόσταση από χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Σε κράτη όπως το Λουξεμβούργο, η Δανία, η Ολλανδία και η Αυστρία, οι υψηλότερες αποδοχές επιτρέπουν, σύμφωνα με την ίδια σύγκριση, την αγορά περίπου 1.800 έως και περισσότερων από 2.400 λίτρων βενζίνης με έναν μέσο μηνιαίο μισθό.
Σε μία ενδιάμεση κατηγορία βρίσκονται μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, όπου η αντίστοιχη αγοραστική δυνατότητα τοποθετείται περίπου μεταξύ 1.200 και 1.600 λίτρων.
Για έναν εργαζόμενο στη Γερμανία ή τη Γαλλία, για παράδειγμα, οι μηνιαίες αποδοχές αντιστοιχούν περίπου σε 1.350 έως 1.400 λίτρα, ποσότητα υπερδιπλάσια από αυτή που μπορεί να αγοράσει ο μέσος μισθός στην Ελλάδα.
Στο χαμηλότερο τμήμα της συγκεκριμένης σύγκρισης βρίσκονται η Ελλάδα και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, όπου η σχέση μισθών και τιμών καυσίμων είναι αισθητά δυσμενέστερη.
Πόσο κοστίζει ένα γέμισμα στην Ελλάδα
Η διαφορά γίνεται ακόμη περισσότερο αντιληπτή στην καθημερινότητα ενός οδηγού.
Ένα τυπικό γέμισμα 40 λίτρων απαιτεί ένα σημαντικό μέρος των μηνιαίων αποδοχών ενός εργαζομένου στην Ελλάδα, την ώρα που το ίδιο κόστος ως ποσοστό του εισοδήματος είναι πολύ μικρότερο σε χώρες με υψηλότερους μισθούς.
Αυτό σημαίνει ότι δύο Ευρωπαίοι μπορεί να πληρώνουν σχετικά κοντινή τιμή για κάθε λίτρο βενζίνης, όμως η πραγματική οικονομική επιβάρυνση για τον καθένα είναι εντελώς διαφορετική.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη για νοικοκυριά στα οποία το αυτοκίνητο δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαίο μέσο μετακίνησης προς την εργασία, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι εναλλακτικές μέσω των δημόσιων συγκοινωνιών είναι περιορισμένες.
Μισθοί, φόροι και κόστος μεταφοράς
Πίσω από το μεγάλο χάσμα βρίσκονται τρεις βασικοί παράγοντες.
Πρώτος είναι η σημαντική διαφορά στους μισθούς. Οι τιμές των πετρελαιοειδών επηρεάζονται από μία κοινή διεθνή αγορά, όμως οι αποδοχές μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθούν να παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις.
Δεύτερος παράγοντας είναι η φορολογία των καυσίμων. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ αποτελούν σημαντικό μέρος της τελικής τιμής που βλέπει ο καταναλωτής στην αντλία.
Τρίτος είναι η εφοδιαστική αλυσίδα. Το κόστος μεταφοράς και διανομής μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την τελική τιμή, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές, δημιουργώντας διαφορές ακόμη και στο εσωτερικό της ίδιας χώρας.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, επομένως, το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει ένα λίτρο αμόλυβδης, αλλά πόσο από το μηνιαίο εισόδημά τους απαιτείται για να το αγοράσουν.
Και σε αυτή τη σύγκριση, η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις οικονομικά ισχυρότερες χώρες της Ευρώπης παραμένει μεγάλη.






