28η Οκτωβρίου: Ο Κρητικός στρατιώτης που έλαβε τυχαία δέμα της αδελφής του στο Αλβανικό Μέτωπο
Μια απίστευτη σύμπτωση, που εκτυλίχθηκε στα χιονισμένα βουνά του Αλβανικού Μετώπου τον Δεκέμβριο του 1940, συνδέει δύο αδέλφια από την Κρήτη. Η Σοφία Ασημιανάκη έστειλε ένα δέμα με χρήματα, τσιγάρα και μια επιστολή για να εμψυχώσει κάποιον άγνωστο στρατιώτη. Χωρίς να το γνωρίζει, το δέμα κατέληξε στα χέρια του ίδιου της του αδελφού, Εμμανουήλ Ασημιανάκη, ο οποίος υπηρετούσε στο μέτωπο.
Την ιστορία είχε παρουσιάσει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ), το 2023, ο ιστορικός και ερευνητής Κωστής Μαμαλάκης, στο αρχείο του οποίου φυλάσσονται τόσο η αρχική επιστολή όσο και η απάντηση του στρατιώτη.
Το περιστατικό καταγράφηκε επίσης στο ημερολόγιο του αξιωματικού Γεωργίου Καβού, στη μονάδα του οποίου υπηρετούσε ο Εμμανουήλ Ασημιανάκης.

Τα δέματα που έφταναν στους στρατιώτες χωρίς παραλήπτη
Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1940, οι Έλληνες στρατιώτες αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες στα ορεινά πεδία των επιχειρήσεων.
Το ψύχος, οι κακουχίες και η απόσταση από τις οικογένειές τους έκαναν σημαντική κάθε μορφή επικοινωνίας με την πατρίδα.
Με οδηγίες των υπουργείων Εσωτερικών και Στρατιωτικών, πολίτες από ολόκληρη τη χώρα έστελναν δέματα για την ενίσχυση του ηθικού των στρατευμένων.
Στο εσωτερικό τους υπήρχαν συνήθως τσιγάρα, χρήματα, φανέλες, κασκόλ, γάντια και προσωπικά γράμματα.
Τα δέματα μεταφέρονταν με φορτηγά και μουλάρια προς τις στρατιωτικές μονάδες, χωρίς να προορίζονται για συγκεκριμένους παραλήπτες. Η διανομή γινόταν τυχαία.
Όπως εξηγούσε ο Κωστής Μαμαλάκης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ακόμη και ένα γράμμα από έναν άγνωστο άνθρωπο μπορούσε να προσφέρει κουράγιο σε έναν στρατιώτη που περνούσε τις γιορτές μακριά από το σπίτι του.
14 Δεκεμβρίου 1940: Το δέμα που έφτασε στον Εμμανουήλ Ασημιανάκη
Ανάμεσα στους στρατιώτες που παρέλαβαν ένα τέτοιο δέμα ήταν και ο Εμμανουήλ Ασημιανάκης, στις 14 Δεκεμβρίου 1940.
Η αποστολέας, μια νεαρή γυναίκα από την Κρήτη, είχε τοποθετήσει μέσα 50 δραχμές, τσιγάρα και μια επιστολή με ευχές και λόγια ενθάρρυνσης.
Στο γράμμα της ανέφερε:
«Αγαπητέ στρατιώτη. Φθάνουν Χρηστούγεννα. Όλλοι οι άνθρωποι μένουν στα σπίτια τους για να εορτάσουν….Εσείς οι ήρωές μας θα τα επεράσετε εις τα βουνά της Ηπείρου…Έχετε τη βοήθειαν του Θεού και νικάται τον αιμοβόρο εχθρό… Πρέπει να έχετε θάρρος και επιμονή… Θα νικήσετε όμως και έτσι θα γυρίσετε εις τα σπίτια σας νικηταί…».
Η γυναίκα ζητούσε από τον άγνωστο παραλήπτη να της απαντήσει.
Όταν ο Εμμανουήλ διάβασε την επιστολή, αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα και την ταυτότητα της αποστολέα. Ήταν η αδελφή του, Σοφία Ασημιανάκη.
Η ίδια, έχοντας ήδη έναν αδελφό στον πόλεμο, είχε αποφασίσει να στηρίξει έναν οποιονδήποτε στρατιώτη, χωρίς να γνωρίζει ότι το δέμα της θα έφτανε τελικά στον Εμμανουήλ.

Η απάντηση του στρατιώτη και η αποκάλυψη
Ο Εμμανουήλ Ασημιανάκης ανταποκρίθηκε στην παράκληση της αδελφής του, επιλέγοντας όμως να μην αποκαλύψει αμέσως την ταυτότητά του.
Ξεκίνησε την απάντησή του σαν να απευθυνόταν σε μια άγνωστη συμπατριώτισσα:
«Αγαπημένη πατριώτισσα… Η σημερινή ημέρα είναι χωρίς υπερβολήν μια από τις ποιο ευτηχησμένες της ζωής μου… Εις εμέ λοιπόν κατά την διανομήν επεφύλαξε η τύχη να κληρωθή το δικό σας δέμα…».
Στη συνέχεια, την ευχαρίστησε για την πρωτοβουλία της και διαβεβαίωσε ότι οι Έλληνες στρατιώτες θα συνέχιζαν να εκτελούν το καθήκον τους.
Η αποκάλυψη ήρθε λίγο παρακάτω, όταν αναφέρθηκε στις συμπτώσεις που μοιάζουν με μυθιστορήματα:
«Ούτε εγώ λοιπόν δεν πίστεβα εις αυταίς μέχρι της στιγμής όπου έλαβα το δέμα σας. Γιαυτό και θα φυλάξω τα δύο τσιγάρα όπου μου έστειλες και όταν γυρίσω νικητής, θα τα φουμάρουμε μαζί».
Και αμέσως μετά έγραψε:
«Γιατί γλυκιά μου αδελφή Σοφία, ο στρατιώτης όπου έλλαβε το δέμα και την επιστολήν σας είμαι εγώ ο Αδελφός σου Ασημιανάκης Εμμ.»
Η επιστολή ολοκληρωνόταν με προσωπικούς χαιρετισμούς προς την οικογένειά του:
«Τα σέβη μου εις την Μητέρα και τα φιλιά μου εις την συσηγό μου Καλιόπη και αδελφή μας Μαρίκα, θείο Μηχάλη και εις όλους τους συνγγενείς».
Τα γράμματα και ο φόβος ότι κάθε αποχαιρετισμός μπορεί να ήταν ο τελευταίος
Ο Κωστής Μαμαλάκης είχε επισημάνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η αλληλογραφία αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας των στρατιωτών.
Η ανάγκη επικοινωνίας με τους δικούς τους ανθρώπους ήταν έντονη, ιδιαίτερα λόγω της αβεβαιότητας και του κινδύνου που αντιμετώπιζαν.
«Έγραφαν και συνδέονταν με την πατρίδα, σκηνοθετούσαν στο μυαλό τους μια μητέρα, μια αδελφή που τους περίμενε», είχε αναφέρει ο ιστορικός.
Όπως εξηγούσε, υπάρχουν καταγραφές στρατιωτών που έστελναν γράμματα σχεδόν κάθε δύο ημέρες, καθώς η επικοινωνία συνδεόταν και με τον φόβο ότι μια επιστολή ενδεχομένως να ήταν η τελευταία τους.
Η αλληλογραφία των δύο αδελφών Ασημιανάκη αποτελεί μία από τις ανθρώπινες ιστορίες του Έπους του 1940 που διασώθηκαν μέσα από προσωπικά τεκμήρια.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, ρεπορτάζ 2023, με μαρτυρία και αρχειακό υλικό του ιστορικού – ερευνητή Κωστή Μαμαλάκη.






