Δίκη για τον 3χρονο Άγγελο: Η απολογία της 27χρονης μητέρας και η συγγνώμη στο δικαστήριο – «Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα»
Με την απολογία της 27χρονης μητέρας συνεχίστηκε σήμερα, Παρασκευή 26 Ιουνίου, η δίκη για τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου. Η δίκη διεκόπη και θα συνεχιστεί στις 29 Ιουνίου.
Η κατηγορούμενη βρέθηκε στο επίκεντρο της ακροαματικής διαδικασίας, ζητώντας συγγνώμη και δηλώνοντας ότι ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει την απώλεια του παιδιού της.
«Δεν έχω καταλάβει ότι το παιδί μου έχει φύγει, νιώθω ότι είναι εδώ. Ζητώ χίλια συγγνώμη που δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα», ανέφερε ολοκληρώνοντας την απολογία της.
Η 27χρονη μίλησε αρχικά για την προσωπική της ζωή πριν από τη γέννηση του παιδιού, αναφέροντας ότι στο παρελθόν είχε μείνει έγκυος από άλλη σχέση, ωστόσο η κύηση δεν προχώρησε. Στη συνέχεια περιέγραψε τη γνωριμία της με τον Δημήτρη, τον βιολογικό πατέρα του Άγγελου, μέσω Facebook.
Όπως είπε, συναντήθηκαν την ίδια ημέρα και έγιναν άμεσα ζευγάρι, ενώ εκείνος της ζήτησε να μείνει στο σπίτι του. «Μου είπε το ίδιο βράδυ “δεν θα πας σπίτι σου, θα μείνεις εδώ σε εμένα”», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η μητέρα της είχε αντιδράσει, καθώς την επόμενη ημέρα εργαζόταν.
Σύμφωνα με την απολογία της, εκείνη την περίοδο ούτε η ίδια ούτε ο βιολογικός πατέρας εργάζονταν, ενώ την οικονομική τους στήριξη, όπως υποστήριξε, θα αναλάμβαναν η γιαγιά και η θεία του. Η ίδια είπε ότι δεν ήθελε να διακόψει την εγκυμοσύνη, σημειώνοντας πως δεν ήθελε να «ρίξει» το παιδί.
Η κατηγορούμενη υποστήριξε ότι στη συνέχεια ο βιολογικός πατέρας του Άγγελου άρχισε να την κακοποιεί, ακόμη και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Όπως ανέφερε, της μιλούσε άσχημα, τη ζήλευε και τη χτυπούσε, χωρίς ωστόσο η ίδια να απευθυνθεί στις Αρχές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και σε περιστατικό που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αφορούσε τον μικρό Άγγελο. Όπως είπε, ο βιολογικός πατέρας είχε χτυπήσει το παιδί επειδή εκείνο δεν τον πλησίαζε. «Το έβαλε κάτω στο πάτωμα και το χτυπούσε με χαστούκια», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η ίδια τον έσπρωξε και του είπε να απομακρυνθεί από το παιδί.
Η 27χρονη υποστήριξε ακόμη ότι ο βιολογικός πατέρας ήθελε να αναγνωρίσει τον Άγγελο, κάτι που η ίδια δεν επιθυμούσε, καθώς, όπως είπε, φοβόταν για την ασφάλεια του παιδιού.
Στη συνέχεια η κατηγορούμενη αναφέρθηκε στη γνωριμία της με τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον τότε σύντροφό της, τον οποίο επίσης γνώρισε μέσω Facebook. «Με ρώτησε αν θέλω να κάνουμε σχέση από την πρώτη μέρα που με γνώρισε. Είπα ναι, δεν τον ήξερα καθόλου. Τον εμπιστεύτηκα πολύ γρήγορα», είπε στην απολογία της.
Η ίδια περιέγραψε ότι αρχικά το παιδί κοιμόταν μαζί τους στο διπλό κρεβάτι, ενώ στη συνέχεια απέδωσε στον σύντροφό της σοβαρά περιστατικά κακοποίησης. Όπως υποστήριξε, «μετά δεν ξέρω τι τον έπιασε, πήρε το ξύλο της κούνιας και τον είδα να χτυπάει το παιδί στα χέρια και στα γόνατα, επειδή ήταν ζωηρός».
Παράλληλα, ανέφερε ότι ο 44χρονος της έλεγε πως «καίει το παιδί για να βάλει μυαλό», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η ίδια δεν είχε δει άμεσα τις πράξεις αυτές. Σε ερώτηση για ποιον λόγο δεν μετέφερε το παιδί στο νοσοκομείο, απάντησε: «Πώς να πάω στο νοσοκομείο; Αφού ήταν μακριά».
Η 27χρονη παραδέχθηκε ότι έβλεπε «κάποια χτυπήματα» στο παιδί, υποστηρίζοντας όμως ότι δεν γνώριζε από πού είχαν προκληθεί. Όταν η πρόεδρος της έδρας τής έδειξε φωτογραφίες του Άγγελου με σημάδια κακοποίησης, η κατηγορούμενη ρωτήθηκε αν τα είχε δει και πώς έγιναν, απαντώντας επανειλημμένα ότι δεν γνωρίζει.
Αναφερόμενη στην ημέρα που έφυγε από το σπίτι, είπε ότι αφορμή στάθηκε περιστατικό στο σχολείο, όπου, όπως ανέφερε, το παιδί χτυπιόταν και φώναξε μια ακατάλληλη λέξη. «Αυτή ήταν η αιτία για να πάρω το παιδί και να εξαφανιστώ», υποστήριξε, λέγοντας ότι οι γονείς της δεν γνώριζαν πως είχε φύγει και ότι πήρε μαζί της λίγα πράγματα και 3-4 ρούχα του Άγγελου.
Η κατηγορούμενη περιέγραψε και το πρωινό της 25ης Ιανουαρίου, όταν, όπως είπε, είχε βγει για καφέ και επιστρέφοντας βρήκε το παιδί σε κακή κατάσταση. «Μπαίνω μέσα και βλέπω το παιδί πάνω στον καναπέ με γυρισμένα τα μάτια. Μου είπε ότι χτύπησε στο τραπεζάκι», κατέθεσε.
Σύμφωνα με την απολογία της, ο 44χρονος φέρεται να της είχε πει για το παιδί: «Αν πάθει κάτι το παιδί σου, δεν πειράζει· θα κάνουμε άλλο».
Μετά την ολοκλήρωση της απολογίας της 27χρονης, το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση για μισή ώρα.
Ο 44χρονος κατηγορούμενος, ο οποίος επίσης αναμενόταν να απολογηθεί σήμερα, δεν εμφανίστηκε στα δικαστήρια του Ηρακλείου, επικαλούμενος προβλήματα υγείας.
Κατά τη διαδικασία κατέθεσε και καθηγητής Ψυχιατρικής, ο οποίος έχει προταθεί ως μάρτυρας από την υπεράσπιση της 27χρονης. Όπως ανέφερε, εξέτασε την κατηγορούμενη τρεις φορές μετά το έγκλημα, ενώ εκείνη κρατούνταν στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού.
Ο καθηγητής υποστήριξε ότι η 27χρονη παρουσιάζει νοητική στέρηση, η οποία δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από την εξωτερική της εικόνα, επιβεβαιώνοντας, όπως είπε, και παλαιότερες εκτιμήσεις από το Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Ενδεικτικά ανέφερε ότι, όταν της ζητήθηκε να κατονομάσει τρία ευρωπαϊκά κράτη, απάντησε: «Ελλάδα, Πάτρα, Αυστραλία».
Ο ίδιος σημείωσε ότι η κατηγορούμενη μπορεί να αντιληφθεί μια πράξη κακοποίησης, ωστόσο το ζήτημα είναι πώς την αξιολογεί και πώς την επεξεργάζεται. Μάλιστα, ανέφερε ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι βέβαιος αν έχει κατανοήσει πλήρως ότι το παιδί της έχει πεθάνει.
Σε ερώτηση αν η 27χρονη είχε το νοητικό εύρος ώστε να αποκρύψει κακοποίηση, απάντησε: «Κατά τη γνώμη μου, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων, απολύτως όχι».
Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο συνήγορος υπεράσπισης του δεύτερου κατηγορούμενου αναφέρθηκε και στην κράτηση της 27χρονης στις φυλακές Κορυδαλλού, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε επεισόδιο με άλλες κρατούμενες, κατά το οποίο η πρώτη κατηγορούμενη φέρεται να χτύπησε την Ειρήνη Μουρτζούκου.
Η υπόθεση του μικρού Άγγελου εξακολουθεί να προκαλεί έντονη συγκίνηση και πανελλαδικό ενδιαφέρον. Η 27χρονη μητέρα και ο τότε σύντροφός της αντιμετωπίζουν βαρύτατες κατηγορίες, ενώ στη διαδικασία έχουν ήδη καταθέσει διασώστες, γιατροί και μάρτυρες, περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο τον Ιανουάριο του 2024 και τελικά κατέληξε.
Η συνήγορος υπεράσπισης της 27χρονης, Μαρία Αβούρη, έχει τονίσει σε δήλωσή της ότι η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί με νηφαλιότητα, σημειώνοντας πως «σε μια δίκη δεν κρινόμαστε από το σοκ του αποτελέσματος. Το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει με νηφαλιότητα τα αποδεικτικά δεδομένα και τον ρόλο κάθε εμπλεκόμενου, όπως αυτός προκύπτει από τη δικογραφία και την επιστημονική τεκμηρίωση».
Η δίκη συνεχίζεται με την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης και την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, σε μια διαδικασία που παραμένει ιδιαίτερα φορτισμένη.







