Μιανμάρ: Πάνω από 100.000 νεκροί από το πραξικόπημα του 2021 – Η πιο θανατηφόρα σύγκρουση στην Ασία
Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στη Μιανμάρ από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2021, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία της μη κυβερνητικής οργάνωσης Acled.
Η χώρα βυθίστηκε στη βία όταν ο στρατός ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Τσι. Οι μαζικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν καταστάλθηκαν βίαια, οδηγώντας πολλούς φιλοδημοκρατικούς ακτιβιστές να εγκαταλείψουν τις πόλεις και να ενταχθούν σε αντάρτικες ομάδες, στο πλευρό ένοπλων οργανώσεων εθνοτικών μειονοτήτων.
Σύμφωνα με την Armed Conflict Location and Event Data, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει συνολικά 100.114 θανάτους, χωρίς πάντως να υπάρχει επίσημος απολογισμός. Οι εκτιμήσεις διαφέρουν, ωστόσο αναλυτές χαρακτηρίζουν τη σύγκρουση στη Μιανμάρ ως την πιο θανατηφόρα που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στην Ασία.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περισσότεροι από 3,7 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας, ενώ πάνω από ένας στους πέντε κατοίκους αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια.
Η βία παραμένει διάχυτη σε μεγάλο μέρος της χώρας. Αν και η Γιανγκόν εμφανίζει εικόνα σχετικής κανονικότητας, σε πολλές περιοχές οι αεροπορικές επιδρομές είναι καθημερινό φαινόμενο. Η Acled κάνει λόγο για περισσότερες από 1.200 ένοπλες ομάδες, χαρακτηρίζοντας τον εμφύλιο της Μιανμάρ ως την πιο κατακερματισμένη σύγκρουση στον κόσμο.
Ο επικεφαλής της χούντας, Μιν Αούνγκ Χλάινγκ, εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της χώρας, σε διαδικασία που επικρίθηκε διεθνώς ως προσπάθεια παράτασης του στρατιωτικού καθεστώτος υπό πολιτικό μανδύα.
Η ισορροπία στο πεδίο των συγκρούσεων έχει αλλάξει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Στα τέλη του 2023, συντονισμένη επίθεση ανταρτικών ομάδων οδήγησε σε σημαντικά εδαφικά κέρδη, φέρνοντάς τες κοντά στη Μανταλέι, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, η κατάσταση μεταβλήθηκε εκ νέου υπέρ του στρατού, μετά την υποστήριξη της Κίνας και τη διαμεσολάβηση για κατάπαυση του πυρός με ισχυρές εθνοτικές ένοπλες ομάδες.
Τον Φεβρουάριο του 2024, η χούντα επέβαλε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, προκειμένου να ενισχύσει τις δυνάμεις της, στρατολογώντας βίαια περίπου 50.000 πολίτες.
Η σύγκρουση έχει επηρεάσει και γειτονικές χώρες, καθώς χιλιάδες άνθρωποι έχουν αναζητήσει καταφύγιο στην Ταϊλάνδη και το Μπανγκλαντές. Παράλληλα, παρατηρητές συνδέουν τη δράση ένοπλων ομάδων με έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, όπως το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και τα διαδικτυακά κέντρα απάτης που λειτουργούν σε παραμεθόριες περιοχές.







